Ευρετήριο Άρθρου

1.2 Αρχές που καθορίζουν τα πολιτικά και τα νομικά μέτρα

Στόχοι

Είναι σημαντικό:

  • Να διαφοροποιηθούν και να εξηγηθούν οι αρχές που βρισκονται στη βάση της νομοθεσίας για το περιβάλλον σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.
  • Να κατανοηθεί η σημασία των εννοιών της «περιβαλλοντικής αειφορίας» και της «βιώσιμης ανάπτυξης» στο πλαίσιο της διατήρησης της φύσης.

Η σοβαρή και ολοκληρωμένη νομοθεσία στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος πρέπει να τηρεί ορισμένες κατευθυντήριες αρχές. Στη βάση όλων των νομοθετικών διαδικασιών στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, που διατυπώνονται και υλοποιούνται στα πλαίσια μιας σειράς διεθνών και εθνικών ρυθμιστικών μέτρων στον τομέα της περιβαλλοντικής νομοθεσίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (όπως στη Γερμανία), βρίσκονται τέσσερις βασικές αρχές:

  • Η αρχή της πρόληψης
  • Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει»
  • Η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης (η οποία περιλαμβάνει την εναρμόνιση και την αλληλεπίδραση μεταξύ των πολιτικών της προστασίας του περιβάλλοντος και της οικονομικής ανάπτυξης)
  • Η αρχή της συνεργασίας

Σε αυτές τις τέσσερις αρχές μπορούμε να προσθέσουμε μερικά ακόμα που τις συμπληρώνουν και διευκρινίζουν:

  • Δικονομικά δικαιώματα στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος
  • Κοινές, αλλά διακριτές ευθύνες
  • Ίσα δικαιώματα και ίσες υποχρεώσεις σε διεθνές και διαγενειακό επίπεδο
  • Η φροντίδα για την ανθρωπότητα
  • Η φροντίδα για την κοινή μας κληρονομιά

Σε αυτό το κεφάλαιο θα εξετάσουμε τις τέσσερις πιο σημαντικές αρχές.


1.2.1 Αρχή της πρόληψης

Στην ουσία της, η αρχή της πρόληψης είναι περισσότερο πολιτική παρά φιλοσοφική. Διατυπώθηκε για πρώτη φορά στα γερμανικά ως “Vorsorgeprinzip” (αρχή της πρόληψης) και είναι μέρος μερικών εθνικών νομοθεσιών και διεθνών συνθηκών και δηλώσεων. Μια ομάδα επιστημόνων (Per Sandin et al. 2002: 288) διατύπωσε τον ακόλουθο ορισμό: «Το κύριο μήνυμα της αρχής της πρόληψης είναι ότι σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να ληφθούν μέτρα ενάντια σε πιθανό κίνδυνο, ακόμη και αν τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία δεν είναι επαρκή για να γίνει δεκτό ότι ο φερόμενος κίνδυνος είναι ένα επιστημονικό γεγονός.» Επομένως, η αρχή της πρόληψης βασίζεται στην αναγνώριση των κινδύνων και την έλλειψη βεβαιότητας για την επιστημονική φύση τους. Ως αποτέλεσμα, το καθήκον της απόδειξης της ύπαρξης τέτοιου κινδύνου (τα αποτελέσματα της οποίας μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές στο κοινό ή στο περιβάλλον) πέφτει σε όσους καλούν να ληφθούν μέτρα κατά του δυνητικού κινδύνου (βλ. επίσης Raffensperger & Tickner 1999). Τα προληπτικά μέτρα θα πρέπει να εφαρμόζονται κάθε φορά που μπορεί να προβλεφθεί αποδεδειγμένα η ζημιά για την κοινωνία ή το περιβάλλον. Συχνά, όμως, δεν είναι σαφές αν τυχόν σχεδιαζόμενες δραστηριότητες θα προκαλέσουν ζημιά στην κοινωνία και το περιβάλλον, επειδή οι πιθανές επιπτώσεις των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο περιβάλλον ή την ανθρώπινη υγεία συχνά εξαρτώνται από τη δυναμική των πολύπλοκων συστημάτων, έτσι ώστε οι πραγματικές συνέπειες μιας ορισμένης δράσης δεν μπορούν να είναι προβλέψιμες με συμβατικές μεθόδους. Γι’αυτό χρειάζονται πιο εμβριθείς επιστημονικές έρευνες - αλλά επίσης προσεκτικότητα, διότι ορισμένες δραστηριότητες ή μέτρα μπορούν να επηρεάσουν τα περίπλοκα (ανθρώπινη ή φυσικά) συστήματα.

Σήμερα, η αρχή της πρόληψης αποτελεί μέρος πολλών ευρωπαϊκών και διεθνών συνθηκών και συμφωνιών. Για παράδειγμα, στην Περιβαλλοντική Έκθεσή της του έτους 1976, η γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση την εξηγεί με τον ακόλουθο τρόπο:

«Η πολιτική της προστασίας του περιβάλλοντος δεν περιορίζεται στην πρόληψη του άμεσου κίνδυνου και στην αποκατάσταση των ζημιών που έχουν ήδη γίνει. Η πολιτική για την πρόληψη των περιβαλλοντικών ζημιών απαιτεί να προστατεύεται η φύση και πρέπει να συμπεριφερόμαστε προς αυτή με προσοχή. Η αρχή της πρόληψης κατοχυρώνεται σε μια σειρά περιβαλλοντικών κανονισμών και περιλαμβάνει τη διατήρηση των φυσικών πόρων - εκτός από την πρόληψη του κινδύνου.» (Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, 1976)

Η αρχή της πρόληψης αποτελεί σημαντικό μέρος μιας σειράς κανονιστικών πράξεων και αποφάσεων σχετικά με τις δραστηριότητες που σχετίζονται με τους δυνητικούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία, όπως, για παράδειγμα η άδεια για την εμφάνιση στην αγορά των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων, η χρήση των αυξητικών ορμονών στην κτηνοτροφία ή τα μέτρα για την πρόληψη της μόλυνσης με την ασθένεια των «τρελών αγελάδων».

Ωστόσο, στην πραγματικότητα, οι εμπειρογνώμονες και οι πολιτικά υπεύθυνοι άνθρωποι και θεσμοί συχνά αντιμετωπίζουν την έλλειψη επαρκών επιστημονικών πληροφοριών ή μια σοβαρή σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των διαφόρων ενδιαφερομένων μερών. Μερικές φορές είναι πολύ δύσκολο να εκτιμηθεί και να αξιολογηθεί μια πιθανή βλάβη και να επιτευχθεί ένας αποδεκτός συμβιβασμός μεταξύ των διαφόρων πολιτικών. Αλλά η αρχή της πρόληψης δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται υπερβολικά αυστηρά, αν δεν είμαστε σίγουροι αν όντως υπάρχει πιθανός κίνδυνος από τη χρήση ενός καινοτόμου προϊόντος ή την υλοποίηση ορισμένων καινοτόμων δραστηριοτήτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αρχή μπορεί να προβλέπει την απόλυτη απαγόρευση όλων των δράσεων (βλ. Van den Belt 2003), τα οποία θα μπορούσαν να εμποδίσουν την τεχνολογική καινοτομία και την πρόοδο.


1.2.2 Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» (εναντίον της αρχής «η κοινότητα πληρώνει»)

«Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» προϋποθέτει ότι αυτός που ασκεί επίδραση στο περιβάλλον, φέρει την κύρια ευθύνη - υλική και οικονομική - για την προστασία του περιβάλλοντος και αναμένεται από τον ίδιο και απαιτείται να αναλάβει δράσεις για την πρόληψη των βλαβών, να απομακρύνει τις βλάβες ή να τις επισκευάσει και να αναλάβει τις οικονομικές κυρώσεις και τα έξοδα για το σκοπό αυτό» (Knopp 2008:7). Το πρόβλημα προκύπτει στις περιπτώσεις της λεγόμενης κληρονομημένης ρύπανσης, κατά την οποία τα υπεύθυνα μέρη δεν μπορούν να παραπεμφθούν στη δικαιοσύνη και - αν δεν υπάρχει άλλο πρόσωπο που μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο - το κοινό θα πρέπει να επωμιστεί το κόστος. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» αντικαθίσταται από τον όρο «η κοινότητα πληρώνει».

Στη νομοθεσία σχετικά με το περιβάλλον η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» βοηθά για την μεταβίβαση με νομικά μέσα της ευθύνης για την καταβολή της αποζημίωσης για τις ζημιές που προκλήθηκαν στο περιβάλλον, στο πρόσωπο που προκαλεί τη ρύπανση. Η αρχή αυτή είναι ευρέως αποδεκτή και θεωρείται ως σιωπηρό νομοθέτημα λόγω της ισχυρής υποστήριξης που λαμβάνει στις χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΚ). Στο διεθνές δίκαιο στον τομέα του περιβάλλοντος αναφέρεται στην Αρχή 16 της Διακήρυξης του Ρίο για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη (1992).

Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» αποτελεί σημαντικό στοιχείο της πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος και επιρεάζει τα πολιτικά μέτρα για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Συχνά η αρχή αυτή εφαρμόζεται υπό τη μορφή της λεγόμενης «διευρυμένης ευθύνης του ρυπαίνοντα» (EPR) - μια έννοια που διατυπώθηκε για πρώτη φορά από την κυβέρνηση της Σουηδίας το 1975. Η διευρυμένη ευθύνη του ρυπαίνοντα (EPR) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μεταβιβαστεί η ευθύνη για την επεξεργασία των αποβλήτων από τις κυβερνήσεις και τους φορολογούμενους προς τους πραγματικούς παραγωγούς των αποβλήτων. Ο ΟΟΣΑ την ορίζει ως εξής: μια αρχή, η οποία ορίζει ότι οι κατασκευαστές και οι εισαγωγείς προϊόντων θα πρέπει να φέρουν σημαντική ευθύνη για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των προϊόντων τους σε όλο τον κύκλο ζωής τους, συμπεριλαμβανομένων των κληρονόμητων επιδράσεων που σχετίζονται με την επιλογή των υλικών για τα προϊόντα, των επιπτώσεων της ίδιας της διαδικασίας παραγωγής και των επιπτώσεων στην αλυσίδα – κατά τη χρήση και τη διάθεση των προϊόντων. Όταν προγραμματίζουν την παραγωγή των προϊόντων, οι κατασκευαστές αναλαμβάνουν την ευθύνη για την ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της μετάβασης των προϊόντων μέσω ολόκληρου του κύκλου ζωής τους (συμπεριλαμβανομένου των εμπορικού κύκλου), και κατά την ανάληψη νομικής, φυσικής και κοινωνικο-οικονομικής ευθύνης για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που δεν εμπορούν να εξαλειφθούν κατά το σχεδιασμό της παραγωγής.


1.2.3 Αρχή της Αειφορίας (της βιώσιμης ανάπτυξης)

Μια άλλη σημαντική αρχή είναι η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως ένα παράδειγμα της εφαρμογής της αρχής της προσεκτκότητας κατά τη χρήση των φυσικών πόρων. Πίσω από αυτή την αρχή στέκεται ένα μοντέλο χρήσης των φυσικών πόρων, το οποίο έχει ως στόχο να καλύψει τις ανάγκες των ανθρώπων, αλλά διατηρώντας παράλληλα την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, έτσι ώστε όχι μόνο η παρούσα αλλά και οι μελλοντικές γενιές να μπορούν να χρησιμοποιήσουν τους φυσικούς πόρους σε συγκρίσιμο βαθμό. Για πρώτη φορά η έννοια της «αειφόρου ανάπτυξης» διατυπώθηκε από την Επιτροπή “Brundtland” (1987), στην οποία ανήκει ο πιο διάσημος ορισμός της βιώσιμης ανάπτυξης ως εξέλιξη που «ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παρόντος, χωρίς να διακυβεύεται η ικανότητα των μελλοντικών γενεών να καλύπτουν τις δικές τους ανάγκες» (ΟΗΕ 1987).

Η έννοια της «αειφόρου ανάπτυξης» ενώνει τους πόρους και τις διαδικασίες των φυσικών συστημάτων με τις ανθρώπινες ανάγκες και κοινωνικά συστήματα των επιχειρήσεων. Ήδη από το 1970 η έννοια της «βιωσιμότητας» εμφανίζεται στο πλαίσιο του ορισμού της οικονομίας «σε ισορροπία με τα βασικά συστήματα οικολογικής υποστήριξης» (Stivers 1976). Στη βάση της ιδέας της αειφορίας και στο πλαίσιο των ανησυχητικών συμπερασμάτων για τους περιορισμούς της οικονομικής ανάπτυξης (Meadows et al. 1971) εμφανίζεται και η νέα έννοια της «σταθερής οικονομίας" (Daly 1973), στη βάση της οποίας κατοχυρώνεται η ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία του περιβάλλοντος. Στο πλαίσιο αυτό, το μοντέλο της «βιώσιμης ανάπτυξης» δεν περιλαμβάνει μόνο περιβαλλοντικά προβλήματα, αλλά λαμβάνει επίσης υπόψη τις κοινωνικές και οικονομικές εκτιμήσεις, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων για: την επίλυση της αντίφασης μεταξύ των διαφόρων ανταγωνιστικών στόχων και των ενδιαφερόμενων μερών και της εναρμόνισης της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης με την φροντίδα για την ποιότητα του περιβάλλοντος. Η έννοια της «αειφόρου ανάπτυξης» - τόσο της φύσης όσο και της κοινωνίας - περιλαμβάνει την κατανόηση ότι η επιβίωση της ανθρωπότητας εξαρτάται κυρίως από την επιβίωση της φύσης (ή του περιβάλλοντος), επειδή η οικονομική και η κοινωνικο-πολιτιστική ευημερία συνδέεται άμεσα με την ανθρώπινη συμπεριφορά προς τη φύση - τους φυσικούς πόρους, τα ζωικά και φυτικά είδη κλπ., ενώ η εκμετάλλευση και η καταστροφή της φύσης μπορεί να οδηγήσει σε αδυναμία να διατηρείται η ανθρώπινη ζωή, ακόμα και στην εξαφάνιση της ανθρωπότητας. Ως εκ τούτου, η θεωρία της βιώσιμης ανάπτυξης βασίζεται στην παραδοχή ότι η κοινωνία θα πρέπει να φροντίσει για τη σταθερότητα των τριών μορφών του αναντικατάστατου κεφαλαίου: το οικονομικό, το κοινωνικό και το φυσικό κεφάλαιο (βλ. και Dyllick & Hockerts 2002; Daly 1973, 1991).

Ακόμα κι αν μάθουμε πώς και με τι να αντικαταστήσουμε κάποιους φυσικούς πόρους, δεν είναι σίγουρο ότι θα είμαστε σε θέση να βρούμε αντικαταστάτη για τις υπηρεσίες που παρέχονται από το οικοσύστημα - το στρώμα του όζοντος, για παράδειγμα, μας προστατεύει από την επικίνδυνη διαστημική ακτινοβολία και τα τροπικά δάση και τα άλγη του ωκεανού μας παρέχουν το απαραίτητο οξυγόνο. Η πολυλειτουργικότητα πολλών φυσικών πόρων και η βιοποικιλότητα είναι αναντικατάσταττες. Επιπλέον, η υποβάθμιση των φυσικών πόρων και η απώλεια των οφελών από τη φύση (π.χ. η απορρόφηση των θρεπτικών ουσιών σε λίμνες) είναι συχνά μη αναστρέψιμες διαδικασίες - όπως η απώλεια της εθνικής και πολιτιστικής ποικιλομορφίας (π.χ. πεθαίνουν μικρότερες γλώσσες). Και μόνο οι προσπάθειες για την επίτευξη της αειφόρου ανάπτυξης μπορούν να διασφαλίσουν τόσο την προστασία του λειτουργικά άθικτου περιβάλλοντος, όσο και τις συνθήκες για την επιβίωση και τη διατήρηση της ευημερίας.


1.2.4 Η αρχή της συνεργασίας

Στη βάση της «αρχής της συνεργασίας» βρίκεται η κατανόηση ότι το περιβάλλον είναι ευθύνη ολόκληρης της κοινωνίας, όχι μόνο του κράτους, πράγμα που σημαίνει ότι όλα τα μέλη της κοινωνίας και όλα τα όργανα του κράτους σε όλους τους τομείς καλούνται να συνεργαστούν»( Knopp 2008: 49). Η αρχή της συνεργασίας είναι ο πιο αδύναμος κρίκος των τεσσάρων περιβαλλοντικών αρχών, δεδομένου ότι σε πολύ μικρό βαθμό εκπληρώνει την απαίτηση να γίνει αποδεκτή ως κατευθυντήρια αρχή του δικαίου.


1.2.5 Άλλες αρχές

Εκτός από τις τέσσερις βασικές αρχές, το εθνικό και το διεθνές δίκαιο στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος καθοδηγούνται από μια σειρά άλλων αρχών, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν «η αρχή του status quo» και «η αρχή ότι ορισμένη δράση δεν μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική υποβάθμιση του περιβάλλοντος» (Knopp 2008: 49). Και τελευταία αλλά όχι λιγότερο σημαντικη, κατατάσσεται και η «αρχή της διασυνοριακής προστασίας του περιβάλλοντος», η οποία αντικατοπτρίζει την άποψη ότι τα περιβαλλοντικά θέματα δεν περιορίζονται εντός των εθνικών συνόρων. Η αρχή αυτή σε μεγάλο βαθμό βρίσκεται στη βάση της οδηγίας πλαισίου για τα ύδατα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όσον αφορά τη διασυνοριακή διαχείριση των υδατικών πόρων στις φυσικές λεκάνες απορροής των ποταμών.

Η εθνική και η διεθνής νομοθεσία σχετικά με το περιβάλλον συχνά λαμβάνουν υπόψη τις παραπάνω αρχές και κυρίως σε διασυνοριακό επίπεδο. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε αυτό, διότι πολλά από τα προβλήματα που σχετίζονται με το περιβάλλον εκτείνονται πέρα ​​από τα όρια, όπως η κλιματική αλλαγή και η ρύπανση του θαλάσσιου νερού και του αέρα.

backnext

Intranet