Ευρετήριο Άρθρου

1.2.3 Αρχή της Αειφορίας (της βιώσιμης ανάπτυξης)

Μια άλλη σημαντική αρχή είναι η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως ένα παράδειγμα της εφαρμογής της αρχής της προσεκτκότητας κατά τη χρήση των φυσικών πόρων. Πίσω από αυτή την αρχή στέκεται ένα μοντέλο χρήσης των φυσικών πόρων, το οποίο έχει ως στόχο να καλύψει τις ανάγκες των ανθρώπων, αλλά διατηρώντας παράλληλα την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, έτσι ώστε όχι μόνο η παρούσα αλλά και οι μελλοντικές γενιές να μπορούν να χρησιμοποιήσουν τους φυσικούς πόρους σε συγκρίσιμο βαθμό. Για πρώτη φορά η έννοια της «αειφόρου ανάπτυξης» διατυπώθηκε από την Επιτροπή “Brundtland” (1987), στην οποία ανήκει ο πιο διάσημος ορισμός της βιώσιμης ανάπτυξης ως εξέλιξη που «ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παρόντος, χωρίς να διακυβεύεται η ικανότητα των μελλοντικών γενεών να καλύπτουν τις δικές τους ανάγκες» (ΟΗΕ 1987).

Η έννοια της «αειφόρου ανάπτυξης» ενώνει τους πόρους και τις διαδικασίες των φυσικών συστημάτων με τις ανθρώπινες ανάγκες και κοινωνικά συστήματα των επιχειρήσεων. Ήδη από το 1970 η έννοια της «βιωσιμότητας» εμφανίζεται στο πλαίσιο του ορισμού της οικονομίας «σε ισορροπία με τα βασικά συστήματα οικολογικής υποστήριξης» (Stivers 1976). Στη βάση της ιδέας της αειφορίας και στο πλαίσιο των ανησυχητικών συμπερασμάτων για τους περιορισμούς της οικονομικής ανάπτυξης (Meadows et al. 1971) εμφανίζεται και η νέα έννοια της «σταθερής οικονομίας" (Daly 1973), στη βάση της οποίας κατοχυρώνεται η ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία του περιβάλλοντος. Στο πλαίσιο αυτό, το μοντέλο της «βιώσιμης ανάπτυξης» δεν περιλαμβάνει μόνο περιβαλλοντικά προβλήματα, αλλά λαμβάνει επίσης υπόψη τις κοινωνικές και οικονομικές εκτιμήσεις, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων για: την επίλυση της αντίφασης μεταξύ των διαφόρων ανταγωνιστικών στόχων και των ενδιαφερόμενων μερών και της εναρμόνισης της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης με την φροντίδα για την ποιότητα του περιβάλλοντος. Η έννοια της «αειφόρου ανάπτυξης» - τόσο της φύσης όσο και της κοινωνίας - περιλαμβάνει την κατανόηση ότι η επιβίωση της ανθρωπότητας εξαρτάται κυρίως από την επιβίωση της φύσης (ή του περιβάλλοντος), επειδή η οικονομική και η κοινωνικο-πολιτιστική ευημερία συνδέεται άμεσα με την ανθρώπινη συμπεριφορά προς τη φύση - τους φυσικούς πόρους, τα ζωικά και φυτικά είδη κλπ., ενώ η εκμετάλλευση και η καταστροφή της φύσης μπορεί να οδηγήσει σε αδυναμία να διατηρείται η ανθρώπινη ζωή, ακόμα και στην εξαφάνιση της ανθρωπότητας. Ως εκ τούτου, η θεωρία της βιώσιμης ανάπτυξης βασίζεται στην παραδοχή ότι η κοινωνία θα πρέπει να φροντίσει για τη σταθερότητα των τριών μορφών του αναντικατάστατου κεφαλαίου: το οικονομικό, το κοινωνικό και το φυσικό κεφάλαιο (βλ. και Dyllick & Hockerts 2002; Daly 1973, 1991).

Ακόμα κι αν μάθουμε πώς και με τι να αντικαταστήσουμε κάποιους φυσικούς πόρους, δεν είναι σίγουρο ότι θα είμαστε σε θέση να βρούμε αντικαταστάτη για τις υπηρεσίες που παρέχονται από το οικοσύστημα - το στρώμα του όζοντος, για παράδειγμα, μας προστατεύει από την επικίνδυνη διαστημική ακτινοβολία και τα τροπικά δάση και τα άλγη του ωκεανού μας παρέχουν το απαραίτητο οξυγόνο. Η πολυλειτουργικότητα πολλών φυσικών πόρων και η βιοποικιλότητα είναι αναντικατάσταττες. Επιπλέον, η υποβάθμιση των φυσικών πόρων και η απώλεια των οφελών από τη φύση (π.χ. η απορρόφηση των θρεπτικών ουσιών σε λίμνες) είναι συχνά μη αναστρέψιμες διαδικασίες - όπως η απώλεια της εθνικής και πολιτιστικής ποικιλομορφίας (π.χ. πεθαίνουν μικρότερες γλώσσες). Και μόνο οι προσπάθειες για την επίτευξη της αειφόρου ανάπτυξης μπορούν να διασφαλίσουν τόσο την προστασία του λειτουργικά άθικτου περιβάλλοντος, όσο και τις συνθήκες για την επιβίωση και τη διατήρηση της ευημερίας.

Intranet