Ευρετήριο Άρθρου
1.3.1 Εργαλεία για την εφαρμογή πολιτικών για την προστασία του περιβάλλοντος (προγραμματισμός)
Η πολιτική για το περιβάλλον αναπτύχτηκε και εφαρμόστηκε στις βιομηχανικές χώρες, κυρίως ως απάντηση στην ταχεία ανάπτυξη και επέκταση των περιβαλλοντικών δραστηριοτήτων στις αρχές της δεκαετίας του '70 του περασμένου αιώνα, για τις οποίες σε κυβερνητικό επίπεδο διαμορφώθηκαν και ξεχωριστές μονάδες δράσης γις τη ρύθμιση των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με περιβαλλοντικά θέματα. Στην αρχή, οι πολιτικές περιορίζονταν κυρίως στα μέτρα εντός των εθνικών συνόρων και των αρμοδιοτήτων των κρατικών αρχών. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, όλο και περισσότερα ιδρύματα που έχουν συμφέροντα και επιρροή στο χώρο (δηλ. «Ενδιαφερόμενα μέρη»), αναγκάστηκαν να λάβουν θέσεις και να αναλάβουν την ευθύνη για ό,τι συμβαίνει στον τομέα της οικολογίας. Η ευθύνη των παραγωγών των (δυνητικών) περιβαλλοντικών προβλημάτων γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη.
Αυξάνεται η ανάγκη για την μεταβίβαση των σχετικών περιβαλλοντικών στόχων και στρατηγικών σε άλλες αρχές και να εκτελούνται σε άλλους τομείς, για παράδειγμα κατά την ανάπτυξη και εφαρμογή πολιτκών μέτρων στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών και της βιομηχανίας, της γεωργίας και των κατασκευών. Τα «σκληρά» μέτρα στον τομέα της πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος (όπως οι νόμοι και οι κανονισμοί) θα πρέπει να εφαρμόζονται σε συνδυασμό με τα «ήπια» μέτρα που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά (π.χ. η κατάρτιση των μηχανικών στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος), ιδίως στην περίπτωση έργων στα οποία συμμετέχουν ή τα οποία επηρεάζουν πολλά ενδιαφερόμενα μέρη ή μεγαλύτερες κοινωνικές ομάδες .
Εκτός από το νομικό πλαίσιο στον τομέα του περιβάλλοντος, ένα άλλο βασικό εργαλείο είναι οι δραστηριότητες σχεδιασμού των πολιτικών και των μέτρων - σε αυτή την έννοια οι πολιτικές στον τομέα της οικολογίας δεν είναι μόνο ένα μέσο ρύθμισης και ελέγχου, αλλά αποτελούν επίσης εργαλείο διαμόρφωσης. Η πολιτική για τον σχεδιασμό μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος μπορεί να περιλαμβάνει την ανάπτυξη βιώσιμων στρατηγικών για να διευκολύνθεί η επίτευξη περιφερειακών ή τομεακών περιβαλλοντικών στόχων για μια δεδομένη χρονική περίοδο, για παράδειγμα οι στόχοι για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 25% μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια. Στη δεκαετία του ‘80 του περασμένου αιώνα στη Δανία, την Ολλανδία και τη Φινλανδία συντάχθηκαν και εφαρμόστηκαν εθνικά σχέδια στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, με συγκεκριμένα μέτρα και στόχους. Η πρακτική αυτή επηρεάζει τις επόμενες στρατηγικές. Για τον λόγο αυτό και σε αυτό το κείμενο θα εξετάσουμε τις δυνατότητες που μας παρέχουν τα μέτρα για τον προγραμματισμό των δραστηριοτήτων και των στόχων στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος.
Στο νομικό πλαίσιο πολλών χωρών της ΕΕ προβλέπονται δύο τύποι εργαλείων για την εφαρμογή των αρχών και των στόχων της πολιτικής στον τομέα του περιβάλλοντος (Knopp: 2008):
- Διάφορες μορφές περιβαλλοντικού σχεδιασμού
- Μέτρα για τη ρύθμιση της συμπεριφοράς των διαφόρων προσώπων σχετικά με τους στόχους για την προστασία του περιβάλλοντος
Οι πολιτικές σχετικά με τον σχεδιασμό των μέτρων στον τομέα του περιβάλλοντος αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο πρόληψης. Ο προγραμματισμός είναι μια διαδικασία πολλών σταδίων που περιλαμβάνει την ανάλυση της υφιστάμενης κατάστασης και την πρόβλεψη της μελλοντικής ανάπτυξης, αλλά λαμβάνονει υπόψη και τις πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων. Ο σχεδιασμός μπορεί να υλοποιηθεί με τη μορφή νόμων, κανονισμών, διαταγμάτων, διοικητικών κανονισμών ή διοικητικών πράξεων, καθένας/ από τους οποίους έχει διαφορετικές νομικές συνέπειες. Οι δραστηριότητες για τον σχεδιασμό μέτρων περιλαμβάνουν συνολικό σχεδιασμό και τομεακό σχεδιασμό.
- Ο συνολικός σχεδιασμός «προσδιορίζει τα όρια και προβλέπει τις συνέπειες της χρήσης γης για οικιστικούς, εμπορικούς και ψυχαγωγικούς σκοπούς σε μια συγκεκριμένη περιοχή, ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο έργο και χωρίς την επιβολή περιορισμών σε ένα συγκεκριμένο τομέα» (Knopp 2008: 51).
- Ο τομεακός σχεδιασμός προβλέπει την ανάπτυξη μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος για συγκεκριμένους τομείς, κυρίως εκείνους που σχετίζονται με το σχεδιασμό του τοπίου, τη ρύθμιση της ποιότητας του αέρα, τη μείωση της ηχορύπανσης, την εξοικονόμηση νερού και τη διαχείριση των αποβλήτων - κάθε ένας από τους τομείς αυτούς χρειάζεται ειδικά πρόσθετα μέτρα για την εφαρμογή των στοχευμένων δράσεων.
Ένα άλλο σημαντικό εργαλείο για την επιβολή πολιτικών μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος είναι η λεγόμενη «εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων" (ΕΠΕ). Ο κύριος στόχος της ΕΠΕ είναι να «παρέχει στη διοίκηση ολοκληρωμένες και έγκαιρες πληροφορίες σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την υλοποίηση έργων που θα μπορούσαν να έχουν σημαντική επίδραση (και οικολογικό αποτύπωμα) στο περιβάλλον’ (Knopp 2008: 52). Η ΕΠΕ χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό, την περιγραφή και την αξιολήγηση όλων των άμεσων και έμμεσων επιπτώσεων ενός σχεδιαζόμενου έργου στο περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένων και των περιβαλλοντικών αλληλεπι-δράσεων. Η ΕΠΕ πραγματοποιείται έγκαιρα, επιτρέποντας έτσι να ληφθούν τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα σε όλα τα περιβάλλοντα και σε όλους τους τομείς, μέσω της συμμετοχής της ευρύτερης κοινότητας.
