Ευρετήριο Άρθρου

2.2 Εθιμικό διεθνές δίκαιο

Το διεθνές δίκαιο στον τομέα του περιβάλλοντος αποτελεί ένα σώμα νομικών διατάξεων που διασφαλίζουν την προστασία του περιβάλλοντος σε όλο τον κόσμο. Η αρχή από την οποία γεννήθηκε το διεθνές δίκαιο για το περιβάλλον, είναι ότι τα κράτη δεν θα πρέπει να επιτρέπουν τη χρήση του εδάφους τους με τρόπο που να επιφέρει βλάβες στο έδαφος άλλων χωρών. Όμως, από τότε μεχρι τώρα, το διεθνές δίκαιο στον τομέα του περιβάλλοντος επεκτείνεται με μια σειρά από νομικά δεσμευτικές διεθνείς συμφωνίες που επηρεάζουν ένα ευρύ φάσμα τομέων στους οποίους μπορούν να προκύψουν πιθανά προβλήματα – η ρύπανση των περιοχών της γης, των θαλάσσιων υδάτων και της ατμόσφαιρας, η προστασία της άγριας ζωής και η διατήρηση της βιοποικιλότητας.

Τα κύρια σημεία στην ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου στον τομέα του περιβάλλοντος είναι τα εξής:

  • Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Ανθρώπινο Περιβάλλον (UNCHE), που πραγματοποιήθηκε το 1972 στη Στοκχόλμη της Σουηδίας.
  • Η δημοσίευση της έκθεσης “Brundtland” το 1987 με τον τίτλο «Το κοινό μας μέλλον» στην οποία δίνεται ορισμός της έννοιας της «αειφόρου ανάπτυξης».
  • Η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη (UNCED) το 1992, η λεγόμενη Διεθνής Διάσκεψη για τη Γη, που πραγματοποιήθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο, Βραζιλία.

Η βασική αρχή του εθνικού δικαίου στον τομέα του περιβάλλοντος, η οποία εγκρίθηκε κατά τη Διάσκεψη της Στοκχόλμης το 1972, είναι ότι τα κράτη έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τους δικούς τους εθνικούς πόρους, αλλά η ευθύνη τους είναι να εξασφαλιστεί ότι οι δράσεις που πραγματοποιούνται στο έδαφός τους ή προκύπτουν από το έδαφός τους δεν προκαλούν βλάβη στο περιβάλλον άλλων χωρών. Αυτή η πολιτική είναι τώρα γνωστή ως «εθιμικό διεθνές δίκαιο». Το δίκαιο αυτό περιλαμβάνει όλα τα πρότυπα και τους κανόνες που στις αντίστοιχες χώρες τηρούνται σύμφωνα με την παράδοση και είναι τόσο διαδεδομένα, που είναι κοινά σε όλες τις χώρες του κόσμου. Δεν είναι πάντα σαφές πότε μία αρχή μετατρέπεται σε εθιμικό δίκαιο, γι’αυτό πολύ συχνά οι χώρες που δεν επιθυμούν να δεσμευτούν, μπορούν να διατυπώσουν πολλά επιχειρήματα κατά τους σχετικούς κανόνες και διατάξεις.

Μερικά παραδείγματα του εθιμικού διεθνούς δικαίου στον τομέα του περιβάλλοντος είναι ως εξής:

  • Η υποχρέωση για άμεση προειδοποίηση προς άλλες χώρες σχετικά με κινδύνους και περιβαλλοντικές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης που σχετίζονται με πιθανές περιβαλλοντικές ζημίες και μπορούν να επηρεάσουν μια άλλη χώρα ή άλλες χώρες.
  • Αρχή 21 της Διακήρυξης της Στοκχόλμης (η «αρχή της καλής γειτονίας»).

Όμως, η υποχρέωση των κρατών να λάβουν ορισμένα μέτρα (όπως η απαγόρευση της πρόκλησης διασυνοριακών περιβαλλοντικών ζημιών) δεν προκύπτει από το διεθνές εθιμικό δίκαιο. Η μεγαλύτερη υποχρέωση που μπορεί να επιβληθεί είναι η υποχρέωση να ασκούν τη δέουσα επιμέλεια, η οποία αποτελεί μέρος του παραδοσιακού εθιμικού δικαίου στον τομέα των σχέσεων μεταξύ των χωρών (βλ. Simonis 2003: 227). Ωστόσο, υποθέτουμε ότι το διεθνές δίκαιο για το περιβάλλον θα διαδραματίζει ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο. Η θέσεις του, βέβαια, θα εξαρτώνται και από το αν και πώς οι αρχές που διατυπώθηκαν από τη Διακήρυξη της Στοκχόλμης του 1972 θα μεταφερθούν και θα τεθούν σε ισχύ στο πλαίσιο των διακρατικών συμφωνιών και ρυθμίσεων. Έναν ιδιαίτερο ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραματίζει και η έννοια του «κοινού ενδιαφέροντος της ανθρωπότητας», η οποία μέχρι στιγμής περιορίζεται στην προστασία του κλίματος και της βιοποικιλότητας. Οι όροι της Σύμβασης Πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (UNFCCC), η οποία είναι μια διεθνής συνθήκη που εμφανίστηκε ως αποτέλεσμα της Συνόδου Κορυφής της Γης το 1992, θα μπορούσαν να δεσμεύσουν τα κράτη με πιο σοβαρή στάση απέναντι στις υποχρεώσεις τους για την αντιμετώπιση των παγκόσμιων περιβαλλοντικών προβλημάτων και ιδίως με μια απόφαση που σχετίζεται με τα προβλήματα που προκύπτουν από τη διαίρεση του (οικονομικά ανεπτυγμένου) Βορρά και του (λιγότερο ανεπτυγμένου και αναπτυσσόμενου) Νότου.

Intranet