2.1 Bασικές αρχές

To περιβαλλοντική δάνειο είναι μια όλο και πιο σημαντική προτεραιότητα για το διεθνές δίκαιο και γίνεται αναπόσπαστο μέρος όλο και περισσότερων τομέων του δικαίου. Η προστασία των φυσικών πόρων είναι πλέον ανάμεσα στους βασικους στόχους του διεθνούς δικαίου λόγω του αυξανόμενου κινδύνου της καταστροφής των πόρων αυτών, με τον οποίο δεν μπορούμε να παλεύουμε χωρίς να ενισχύσουμε τη συνεργασία μεταξύ μας. Ως εκ τούτου, το αντικείμενο των διεθνών συμφωνιών είναι τα προβλήματα όπως η ρύπανση της ατμόσφαιρας και των ωκεανών, η υπερθέρμανση του πλανήτη, η κατα-στροφή της στοιβάδας του όζοντος, η ταχεία εξάντληση της βιοποικιλότητας και άλλες παρόμοιες απειλές. Οι τομείς που επηρεάζουνται από αυτό - όπως η προστασία του κλίματος και η βιοποικιλότητας, θεωρούνται σε κάπιο βαθμό ως αντικείμενο της «κοινής φροντίδας της ανθρωπότητας». Πρόκειται για μια αποτελεσματική προστασία των αδιάσπαστων στοιχείων του περιβάλλοντος, η ρύθμιση των οποίων μπορεί να γίνει μόνο στο πλαίσιο της κρατικής κυριαρχίας. Οι διασυνοριακές περιβαλλοντικές επιπτώσεις απαιτούν διεθνή συνεργασία. Η οικονομική παγκοσμιοποίηση αυξάνει τις επιβλαβείς επιπτώσεις στο περιβάλλον, για παράδειγμα, λόγω του αυξανόμενου όγκου και της δραστηριότητας στον τομέα των διεθνών μεταφορών εμπορευμάτων.

Όλοι αυτοί οι πιθανοί κίνδυνοι για το περιβάλλον οδηγούν επίσης στη διατύπωση των διαφόρων υποχρεώσεων και των στόχων στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου για το περιβάλλον. Επομένως, είναι απαραίτητο και το πλαίσιο για τη διεθνή συνεργασία, το οποίο περιλαμβάνει τους κανόνες με διεθνή ισχύ στο πλαίσιο των διεθνών συνθηκών για την προστασία του περιβάλλοντος. Οι κανόνες αυτοί αποτελούν τον πυρήνα του διεθνούς δικαίου στον τομέα του περιβάλλοντος. Ταυτόχρονα όμως, σε πολλούς άλλους τομείς, οι διεθνείς συμφωνίες και τα νομοθετικά πλαίσια που τους διέπουν, περιέχουν σημαντικές διατάξεις που ρυθμίζουν μια σειρά από περιβαλλοντικά μέτρα - αυτοί είναι οι νόμοι που διέπουν το διεθνές εμπόριο ή εξασφαλίζουν συνθήκες για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για τους λόγους αυτούς, το λεγόμενο «διεθνές δίκαιο για το περιβάλλον» δεν έχει διακριτή δικαιοδοσία, ακόμη και αν οι συνθήκες και οι τα πρότυπα για τις δραστηριότητες και τους στόχους της πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος που κατοχυρώνονται στις διεθνείς συμφωνίες και τις νομοθετικές πράξεις, μοιράζονται κοινές αρχές και καθορίζουν με παρόμοιο τρόπο τις συγκρούσεις των συμφερόντων.

Οι ιστορικές ρίζες του διεθνούς δικαίου για το περιβάλλον είναι μακριά στο παρελθόν. Η πρώτη μεγάλη νίκη σημειώθηκε στη Διάσκεψη του ΟΗΕ για τη Γη, που πραγματο-ποιήθηκε στη Στοκχόλμη το 1972 και η οποία τελείωσε με τη λεγόμενη Δήλωση της Στοκχόλμης. Δυνάμει αυτόυ του εγγράφου οι 21 χώρες που το υπέγραψαν υποχρεώθηκαν - παρά τη διατηρημένη βασική κυριαρχία επί των φυσικών τους πόρων - να εξασφαλίσουν ότι οι δραστηριότητες που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία τους ή βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους δεν θα προκαλούν βλάβες στο περιβάλλον άλλων κρατών ή σε άλλους τόπους που δεν υπάγονται στην κυριαρχία κάποιου. Στη Διάσκεψη στη Στοκχόλμη συντάχθηκε και το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το περιβάλλον (UNEP), το οποίο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην οργάνωση και την υλοποίηση της διαπραγμάτευσης πολλών περιφερειακών και παγκόσμιων συμφωνιών για τα περιβαλλοντικά ζητήματα.

Ένα πρόσθετο κίνητρο στη διαδικασία έδωσε η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη στο Ρίο το 1992, μετά από την οποία σε όλα τα έγγραφα περιλαμβάνεται η αρχή των κοινών αλλά διαφοροποιημένων ευθυνών για την προστασία του περιβάλλοντος, που διανέμονται μεταξύ των ανεπτυγμένων και των αναπτυσσό-μενων χωρών. Η διεθνής παρέμβαση είναι αναγκαία λόγω της κατάφωρου του διασυνοριακού χαρακτήρα της σοβαρής ρύπανσης του περιβάλλοντος, αλλά και επειδή τα προβλήματα δεν μπορούν να επιλυθούν με τα παραδοσιακά μέτρα και μόνο στο πλαίσιο μιας χώρας και συχνά απαιτούν τη συνεργασία μεταξύ του ρυπασμένου και των ρυπαίνοντα. Η δημιουργία της Επιτροπής για την Αειφόρο Ανάπτυξη στο πλαίσιο του ΟΗΕ έπρεπε να γίνει ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός στον αγώνα για την καταπολέμηση της ρύπανσης του περιβάλλοντος, επειδή θα συντονίζονταν τις διεθνείς προσπάθειες για την επίτευξη της αειφόρου ανάπτυξης. Είναι σαφής η σχέση μεταξύ της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της προστασίας του περιβάλλοντος - η οποία αντανα-κλάται επίσης στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην Αφρικανική Χάρτα των ανθρώπων και των λαών (άρθρο 24) και στο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Αμερικανικής Σύμβασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα. τα ανθρώπινα δικαιώματα (άρθρο 11). Η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του περιβάλλοντος πρέπει να είναι αντικείμενο του δειθνούς κοινοτικού δικαίου μιας νέας τάξης.

Ωστόσο, παρ’όλες τις προσπάθειες και υποσχέσεις, η στοχεθμένη παγκόσμια συνεργασία αποδεικνύεται ότι δεν είναι πολύ βιώσιμη, τουλάχιστον μέχρι στιγμής. Τα προβλήματα εμφανίστηκαν ακόμη στην Παγκόσμια Διάσκεψη Κορυφής για την Αειφόρο Ανάπτυξη το 2002 στο Γιοχάνεσμπουργκ, και στη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Αειφόρο Ανάπτυξη «Ρίο + 20», που πραγματοποιήθηκε το 2012 στη Βραζιλία. Και παρά την πολυμερή συμφωνία, μένει να δούμε αν η Συνθήκη των Παρισίων του 2015 θα φέρει θετική αλλαγή. Δεν υπάρχει μηχανισμός για τον έλεγχο, τη διαχείριση και την επιβολή κυρώσεων για την επίτευξη ή μη επίτευξη των προβλεπόμενων αποτελεσμάτων και τη συμμόρφωση με τη συμφωνία, οπότε όλα εξαρτώνται από την καλή θέληση των μερών και των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που καθορίζουν την πολιτική της κάθε χώρας. Οι συμφωνημένοι στόχοι της αειφόρου ανάπτυξης μπορούν να συμπεριληφθούν ως μέρος των εθνικών προτεραιοτήτων, καθώς και στα πλαίσια της εθνικής νομοθεσίας από τα νομοθετικά όργανα και να επιτεθούν και κατά συνέπεια να ανακληθούν από το δικαστήριο.

backnext

Intranet