2.6. Βαρέα και άλλα μέταλλα
Τα βαρέα μέταλλα και τα μέταλλα, τα οποία δεν ανήκουν σε αυτή την ομάδα, συναντιούνται φυσικά στο περιβάλλον ως αποτέλεσμα της πεδογένεσης (διάβρωση, ηφαιστειακά φαινόμενα κ.α.) και της δράσης του ανθρώπου (εξόρυξη, καθαρισμός μεταλλευμάτων, βυρσοδεψία, παραγωγή μπαταριών, χάρτου, φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων κλπ.). Στην ουσία αυτά τα μέταλλα γίνονται ρυπαντές του εδάφους και των υδάτων όταν εκπέμπονται σε υπερβολικές ποσότητες υπό την επίδραση φυσικών και ανθρωπογενών διαδικασιών. Αυτοί οι ρύποι έχουν ιδιαίτερη σημασία λόγω της τοξικότητάς τους, και της τάσης τους προς βιοσυσσώρευση και διατήρηση στη φύση για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Οι βασικοί ρυπαντές από την ομάδα των βαρέων και των υπόλοιπων μετάλλων είναι οι εξής:
Το αντιμόνιο βρίσκεται φυσικά στο έδαφος και χρησιμοποιείται συχνά για την παραγωγή επιβραδυντικών φλόγας. Εφαρμόζεται και στην κεραμική, την υαλουργία, την παραγωγή μπαταριών, πυροτεχνημάτων και εκρηκτικών υλών. Το πόσιμο νερό μολύνεται ως αποτέλεσμα της φυσικής διάβρωσης των πετρωμάτων, της βιομηχανικής παραγωγής, της εκπομπής οικιακών απορριμμάτων και των παραγωγικών διαδικασιών.
Το αρσενικό (As) είναι ημιμέταλλο χωρίς άρωμα και γεύση. Η μόλυνση του πόσιμου νερού με αρσενικό προέρχεται από αγροτική και βιομηχανική δράση.
Ο αμίαντος είναι η ονομασία ομάδας έξι ορυκτών που βρίσκονται στη φύση (χρυσοτίλης, κροκιδόλιθος, ανθοφυλλίτης, τρεμολίτης, ακτινόλιθος και αμοζίτης). Χρησιμοποιείται κατά την παραγωγή τσιμέντου, πλακών δαπέδου, χάρτινων ειδών, χρωμάτων και σφραγιστικών· για εφαρμογές στον τομέα των μεταφορών, καθώς και στην υφαντουργία και την παραγωγή πλαστικών. Η μόλυνση του περιβάλλοντος με αμίαντο οφείλεται κυρίως στην ανοιχτή εξόρυξη, η οποία δημιουργεί τεράστιες ποσότητες ορυκτών αποβλήτων και βασικών πετρωμάτων.
Το βάριο (Ba) εντοπίζεται φυσικά σε κάποια υδάτινα στρώματα – πηγή υπόγειων υδάτων. Η βασική εφαρμογή του είναι στα υγρά για την πλύση γεωτρήσεων πετρελαίου και φυσικού αερίου, στα χρώματα αυτοκινήτων, στην παραγωγή τούβλων, πλακών και αεροπορικών καυσίμων. Η μόλυνση του πόσιμου νερού με βάριο οφείλεται κυρίως στην διάλυση φυσικών ορυκτών και σε αποκλίνουσες πρακτικές γεώτρησης.
Το βηρύλλιο (Be) βρίσκεται φυσικά στο έδαφος και χρησιμοποιείται συχνά στην ηλεκτρική βιομηχανία και την μηχανοκατασκευή. Συνήθως εκπέμπεται στα ύδατα ως αποτέλεσμα απορροής κατά την λειτουργία των ορυχείων, εκπομπής από βιομηχανίες κατεργασίας και παράνομης διάθεσης αποβλήτων από βιομηχανικές δραστηριότητες.
Το βόριο (B) είναι φυσικό στοιχείο. Στη φύση υπάρχει μαζί με οξυγόνο και άλλα στοιχεία υπό τη μορφή διάφορων ενώσεων, γνωστών ως βορικών αλάτων. Η ανθρωπογενής μόλυνσης με βόριο στα υπόγεια ύδατα προέρχεται από διαρροές από συστήματα αποχέτευσης και από τη λειτουργία των ορυχείων βορικών αλάτων.
Το κάδμιο (Cd) είναι ρυπαντής που περιέχεται στη σύσταση των μετάλλων που χρησιμοποιούνται για το γαλβάνισμα σωλήνων. Η διάβρωση τέτοιων σωλήνων ή η παράνομη διάθεση αποβλήτων προξενεί μόλυνση των υδάτων. Άλλες πηγές του Cd είναι τα κουφώματα PVC, τα πλαστικά και το επιχριωμένο ατσάλι.
Το χρώμιο (Cr) βρίσκεται φυσικά στο έδαφος. Χρησιμοποιείται συχνά στην γαλβανοπλαστική μετάλλων. Εκπέμπεται στα ύδατα συνήθως ως αποτέλεσμα απορροής κατά την εκμετάλλευση πεπαλαιωμένων ορυχείων και παράνομης διάθεσης βιομηχανικών αποβλήτων (από την μεταλλουργία, χρωστικές ουσίες, από την βυρσοδεψία).
Το χλώριο (Cl) είναι φυσικό στοιχείο. Εκπέμπεται στα ύδατα κυρίως ως αποτέλεσμα της ανθρωπογενούς δραστηριότητας (αλάτι αποπάγωσης, λιπάσματα, βιομηχανικά απόβλητα, υπόνομοι).
Τα κυανιούχα (CN) έχουν εφαρμογές στην γαλβανοπλαστική, την κατεργασία χάλυβα, τα πλαστικά, τα συνθετικά υφάσματα, κατά την αποκατάσταση μετάλλων και στα λιπάσματα. Η παράνομη διάθεση αποβλήτων οδηγεί σε μόλυνση των υδάτων.
Ο χαλκός (Cu) βρίσκεται φυσικά σε πετρώματα του τύπου των ψαμμιτών και σε ορισμένα ορυκτά όπως ο μαλαχίτης και ο χαλκοπυρίτης. Τα αυξημένα επίπεδα του Cu οφείλονται στη χρήση λιπασμάτων, δομικών υλικών, στην παραγωγή τεχνητού μεταξιού, στον ψεκασμό με φυτοφάρμακα, στα αγροτικά και τα οικιακά απόβλητα και στις βιομηχανικές εκπομπές.
Το φθόριο (F) υπάρχει φυσικά σε μερικές υδάτινες πηγές. Η μόλυνση των υδάτων προκύπτει από την παράνομη διάθεση αποβλήτων και από τη λειτουργία των ορυχείων.
Ο μόλυβδος (Pb) έχει φυσικές πηγές (διάβρωση βασικών πετρωμάτων και μεταλλευμάτων) και τεχνητές πηγές (εξορύξεις, βιομηχανικές εκπομπές, τήξη μετάλλων, πότισμα με απόβλητα νερά και χρήση λιπασμάτων). Μόλυνση του περιβάλλοντος μπορούν να προξενήσουν οι εξορύξεις και η βιομηχανία (πλαστικά, τελική κατεργασία, καθοδικοί σωλήνες, κεραμικά είδη, κολλήσεις, μολυβένια υγρομονωτικά υλικά και άλλα δευτερεύοντα προϊόντα, ανακύκλωση καλωδίων και χάλυβα).
Ο υδράργυρος (Hg) υπάρχει στο περιβάλλον φυσικά και βρίσκεται τόσο υπό τη μορφή μετάλλου, όσο και στη σύνθεση διάφορων ανόργανων και οργανικών ενώσεων. Έχει εφαρμογές στην μεταλλουργία, καθώς και σε ιατρικά και καλλυντικά προϊόντα. Μολύνει τα ύδατα συνήθως ως αποτέλεσμα παράνομης διάθεσης αποβλήτων.
Το νικέλιο (Ni) είναι στοιχείο που βρίσκεται στο έδαφος φυσικά. Εφαρμόζεται κυρίως στην γαλβανοπλαστική και σε ανοξείδωτα προϊόντα και κράματα. Προξενεί μόλυνση του περιβάλλοντος ως αποτέλεσμα της εξόρυξης, της βιομηχανίας (επινικέλωση, έγχρωμη κεραμική, μπαταρίες, κλίβανοι σύντηξης και καύσης αποβλήτων, ηλεκτρικοί σταθμοί) και των δράσεων ανακύκλωσης.
Τα νιτρικά (NO3) είναι φυσικό συστατικό του εδάφους και των υδάτων. Χρησιμοποιούνται στη σύσταση λιπασμάτων, βρίσκονται στους υπονόμους και σε απόβλητα του ανθρώπου και/ή των αγροτικών ζώων και αυτές οι δράσεις αποτελούν την βασική αιτία για την εκπομπή νιτρικών στο πόσιμο νερό.
Το σελήνιο (Se) βρίσκεται κυρίως στα τρόφιμα και το έδαφος. Εφαρμόζεται ευρέως στην ηλεκτρονική βιομηχανία, τις τηλεοπτικές κάμερες, τους επεξεργαστές υπολογιστών, τις φωτοαντιγραφικές συσκευές, την παραγωγή υάλου, την κεραμική, την φαρμακευτική, καθώς και ως μυκητοκτόνο και συμπλήρωμα στους ζωοτροφές. Μολύνει το περιβάλλον ως αποτέλεσμα των εξορύξεων και της διαδικασίας διύλισης.
Ο άργυρος (Ag) είναι παρόν στη φύση υπό καθαρή μορφή ή μέσα σε διάφορα μεταλλεύματα. Χρησιμοποιείται κυρίως στη βιομηχανία, τις φωτογραφικές ουσίες, τις εγκαταστάσεις απόσταξης νερού, τους καθρέφτες, τον εξοπλισμό επαργύρωσης, ειδικές μπαταρίες, μαχαιροπίρουνα, κοσμήματα, στοματολογικό και επιστημονικό εξοπλισμό που περιέχει αμαλγάματα. Οι βασικές πηγές για τη μόλυνση του περιβάλλοντος (αέρας, έδαφος και ύδατα) με άργυρο είναι φυσικές ή ανθρωπογενείς (φωτογραφικοί εμφανιστές που εκπέμπονται απευθείας στους υπονόμους).
Το νάτριο (Na) είναι φυσικό συστατικό των τροφίμων και του πόσιμου νερού. Μόνο ένα μικρό μέρος της ημερήσιας δόσης νατρίου του ανθρώπου έρχεται από το πόσιμο νερό. Οι βασικές πηγές για την μόλυνση με νάτριο είναι οι παράκτιες περιοχές, οι σταγόνες νερό που διασπείρονται από τον άνεμο, καθώς και τα οικιακά, εμπορικά και βιομηχανικά απόβλητα νερά. Σε γενικές γραμμές τα άλατα του νατρίου δεν είναι πολύ τοξικά χάρη στην μεγάλη αποτελεσματικότητα, με την οποία αποβάλλονται από τα νεφρά. Όταν βρίσκεται σε μεγάλη συγκέντρωση, το νάτριο ενισχύει τη διαβρωτική δράση του νερού, του προσδίδει δυσάρεστη γεύση και εμποδίζει τη λειτουργία των ιοντοεναλλακτικών αποσκληρυντών νερού για την αφαίρεση της σκληρότητας του νερού.


