2.1 Προσδιορισμός των περιβαλλοντικών και οικονομικών πτυχών

Λαμβάνοντας υπόψη το ευρύ φάσμα της ερμηνείας της έννοιας της αειφορίας και την ανάπτυξή της, είναι προφανές ότι υπάρχει μια ποικιλία προσεγγίσεων για τον ορισμό της. Είναι εξίσου προφανές ότι οι επιστημονικές και οι περιβαλλοντικές έννοιες για οδηγίες ως βάση αυτών των εννοιών θα πρέπει να συντονιστούν με την οικονομική «διακυβέρνησή» τους. Με τον τρόπο αυτό, κατευθύνονται προς την αντιμετώπιση της παραγωγής και της κατανάλωσης των ανανεώσιμων και μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων και άλλων χαρακτηριστικών που ανακαλύπτονται στην οικόσφαιρα του οικονομικού συστήματος. «Τέτοια χαρακτηριστικά είναι η ενσωμάτωση και αξιοποίηση των υλικών πόρων, η εξασφάλιση των γενικών λειτουργιών του οικοσυστήματος που έχουν άμεση επίδραση στην ευημερία του ανθρώπου. Συνοπτικά, μπορούμε να μιλάμε για «φυσικό κεφάλαιο» που είναι ξεχωριστό από το «ανθρώπινο κεφάλαιο» που δημιουργήθηκε από τον άνθρωπο. Οι έννοιες της αειφορίας διαφέρουν πολύ στην αξιολόγηση της δυνατότητας να αντικατασταθεί το φυσικό (natural) κεφάλαιο από φυσικό (physical) κεφάλαιο.»

Υπάρχουν δύο βασικές προσεγγίσεις οι οποίες πρέπει να διαχωριστούν:

1. Η αισιόδοξη άποψη της «αδύναμης» αειφορίας, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να είναι δυνατόν να αντικατασταθούν σχεδόν όλες τις λειτουργίες του φυσικού κεφαλαίου από άλλα είδη κεφαλαίου. Αυτές οι διαδικασίες αντικατάστασης ή υποκατάστασης είναι δυνατές εφόσον με τον τρόπο αυτό το υπάρχον κεφάλαιο διατηρείται εντελώς,

2. Η απαισιόδοξη προσέγγιση επικρίνει μια τέτοια υποκατάσταση και δεν τη θεωρεί ως δυνατότητα. Αυτή η έννοια της «ισχυρής» αειφορίας ισχυρίζεται ότι η δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών απαιτεί όπως «τα αποθέματα των διαφόρων τύπων των κεφαλαίων παραμείνουν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο σε βιολογικό ή φυσικό πρότυπο.» Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το φυσικό κεφάλαιο.

Σαν επιχείρημα γι’αυτό προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το φυσικό (natural) και το φυσικό (physical) κεφάλαιο αλληλοσυμπληρώνονται από την άποψη της παραγωγής και της κατανάλωσης (π.χ. τα αλιευτικά σκάφη δεν έχουν νόημα αν δεν υπάρχει ψάρι). «Για μια κατάσταση ισχυρής αειφορίας θα πρέπει να διατηρηθεί κάθε συνιστώσα και υποσύστημα στη φυσική περιγραφή του. Ωστόσο, φαίνεται αδύνατο ειδικά όταν πρόκειται συνεχώς αλλαγές στο οικολογικό σύστημα.»

Αναπτύχθηκε μια πιο πιστευτή έννοια της ισχυρής αειφορίας, για την πρακτική εφαρμογή ως οδηγός για δράση τριών κανόνων διαχείρισης που θα βελτιώσουν το απόθεμα του φυσικού (natural) κεφαλαίου..Αυτοί οι κανόνες διαχείρισης είναι μακρο- και μικρο-εφαρμόσιμοι, και είναι επίσης εφαρμόσιμοι σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο.

Αυτοί περιλαμβάνουν τις αρχές ότι:

1. Η ταχύτητα αποσύνθεσης των ανανεώσιμων φυσικών πηγών δεν πρέπει να υπερβαίνει την ταχύτητα της αναγέννησής τους. Με τον τρόπο αυτό, κατ’αρχήν η οικολογικοί κατάσταση αυτού του μέρους του φυσικού κεφαλαίου θα πρέπει να διατηρηθεί. Αλλά ακόμη και εδώ υπάρχουν πολλοί παράγοντες που δεν μπορούν να υπολογιστούν και πρέπει να παρακολουθούνται για κάθε συγκεκριμένη εφαρμογή. Αυτό επιτρέπει έναν άπειρο αριθμό λύσεων.

2. Οι ουσίες στο περιβάλλον μπορούν να επιτραπούν μέσω ελέγχου μόνο στο βαθμό που αντιστοιχεί στην ικανότητα απόκτησής τους και μπορεί να προκαλέσει κίνδυνο (κρίσιμες φορτώσεις, κρίσιμα επίπεδα). «Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μορφή της χρήσης των φυσικών πόρων, σύμφωνα με τον πρώτο νόμο της θερμοδυναμικής, τον νόμο της διατήρησης της μάζας και της ενέργειας, σε τελική ανάλυση καθορίζει την ποσότητα των υλικών αποθεμάτων στο οικολογικό σύστημα.»

3. Σύμφωνα με το δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής, τον νόμο της εντροπίας, οποιαδήποτε χρήση των μη ανανεώσιμων πηγών μειώνει τη διαθέσιμη ποσότητά τους. Ως εκ τούτου, σε αυτή την περίπτωση απαιτείται μια «οιονεί-αειφόρος χρήση.» «Οι μη ανανεώσιμοι πόροι θα πρέπει να χρησιμοποιούνται στο βαθμό που έχει εξασφαλιστεί φυσική και λειτουργική αντικατάσταση με τη μορφή ανανεώσιμων πηγών ή με μεγαλύτερη αφθονία των φυσικών πόρων.» Εάν χρησιμοποιούνται εξαντλήσιμοι πόροι, τότε θα πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα σε δύο πράγματα: Αν και ότι μέρος της παραγωγής τους μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ένα άλλο μέρος θα πρέπει να επενδύσει στην κατασκευή ανανεώσιμων πηγών, έστι ώστε να αντισταθμίστεί η χρήση τους. Σαν αποτέλεσμα, στη συνέχεια ο νεοσύστατος ανανεώσιμος πόρος θα χρησιμεύει για την αντικατάσταση του πόρου που καταναλώθηκε.

Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να εξασφαλίσει μια συνεχής ροή για κατανάλωση. Έτσι αυξάνεται η τεχνική αποτελεσματικότητα και αυτό συμβάλλει στην οιονεί αειφόρο χρήση.

Και στις δύο εκθέσεις - Brundtland και Πρόγραμμα 21 αντικατοπτρίστηκαν οι δείκτες που θα ήταν κατάλληλοι ως ένα σημείο αναφοράς για την αειφόρο ανάπτυξη. Αυτό ισχύει ακόμη και για την πολιτική διάσταση που οποία το κράτος πρέπει να παρέχει σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν πρέπει να διανεμηθεί με ακρίβεια και θα πρέπει να εξετάζοντια οι περιβαλλοντικές ζημιές και επισκευές (Οικο-κοινωνικό προϊόν / Μια ένδειξη για την Πραγματική Πρόοδο ως περαιτέρω ανάπτυξη του Δείκτη της Βιώσιμης Οικονομικής Ευημερίας). Για τον λόγο αυτό έχει παρουσιαστεί ένα πρόγραμμα εργασίας για το έργο της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Αειφόρο Ανάπτυξη το 1995, όπου σε συνεργασία με το Τμήμα Πολιτικού Συντονισμού και Αειφόρου Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών αναπτύχθηκε μια λίστα με πάνω από 140 δείκτες (ΟΗΕ DPCSD). Αρχικά, χωρίζονται σε τέσσερις κατηγορίες: οικονομικοί, περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί και θεσμικοί δείκτεςˑ από την άλλη πλευρά, ομαδοποιούνται σύμφωνα με την αρχή Πίεση - Κατάσταση - Απάντηση (PSR), Το Τμήμα Πολιτικού Συντονισμού και Αειφόρου Ανάπτυξης επέλεξε, αντί για πίεση, μια ευρύτερη προσέγγιση ως κινητήρια δύναμη. Αυτό θα οδηγούσε στην ανάπτυξη μιας μήτρας η οποία πληροί τις απαιτήσεις του Προγράμματος 21, και μπορεί να εφαρμόζεται σε εθνικό επίπεδο.

Ωστόσο, η διαδικασία αυτή δεν έχει ακόμη τελειώσει και το ερώτημα είναι αν η ανάπτυξη των δεικτών μπορεί να επιτύχει ποτέ, δηλ. εάν μια ρεαλιστική δομή θα μπορούσε να διατηρηθεί μόνο από τους δείκτες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι ερμηνευτικοί παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο.

Στο σημείο αυτό τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: κατά πόσον οι ανωτέρω στόχοι της αειφόρου χρήσης των πόρων έχουν επιτευχθεί μέχρι στιγμής σε οποιαδήποτε κατεύθυνση. Αυτό μπορεί να μετρηθεί σχετικά «εύκολο» με τα δύο κριτήρια, δηλ. αν:

1. το «οικολογικό αποτύπωμα» έχει μειωθεί και αν:

2. η ποιότητα της ζωής του κάθε ατόμου έχει βελτιωθεί. Έτσι, στις 22 Αυγούστου, 2012 το συνολικό απόθεμα των φυσικών πόρων που παράχθηκαν στη Γη το 2012, είχε καταναλωθεί. Αυτό σημαίνει ότι από την ημερομηνία αυτή, τα παραγόμενα απόβλτα και οι εκπομπές δεν μπορούν να απορροφηθούν (η λεγόμενη μέρα υπέρβασης της Γης). Η ημερομηνία αυτή συμβαίνει κάθε χρόνο και μετατοπίζεται λίγο νωρίτερα. «Μετά από τέσσερις δεκαετίες Ελεγχόμενης Πολιτικής στον Πλανήτη Γη, εξακολουθεί να κατευθύνεται προς την καταστροφή που προβλέφθηκε για τα μέσα του 21ου αιώνα από τη Λέσχη της Ρώμης».

Η κατάσταση δεν βελτιώνεται με την επιθυμία να βελτιώθεί η ποιότητα της ζωής ως μια υπόσχεση για καλύτερη ζωή για όλους. Εκτός από την αύξηση της ποσοτικής ανάπτυξης (του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος) και τη σχετική συσσώρευση προϊόντων, θεωρείται γενικά ότι η αξιόπιστη ποιότητα ζωής για όλους, προφανώς δεν μπορεί να επιτευχθεί ως στόχος ενός αειφόρου τρόπου ζωής και οικονομίας. Ως αποδεικτικά στοιχεία σε στήριξη του επιχειρήματος αυτού μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι πολύ γνωστές μελέτες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας από όλα τα προηγούμενα χρόνια και δεκαετίες. Ωστόσο, αυτό το κριτικό προσωρινό συμπέρασμα δεν θα πρέπει να υποτιμεί την ποικιλία μέτρων που υπάρχουν και δυναμώνονται στο πλαίσιο της πολιτικής σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο, ή των εταιρειών, ή των μέτρων στον τομέα των καταναλωτών. Αντίθετα, χωρίς αυτά, η ισορροπία της αειφορίας θα ήταν απολύτως καταστροφική.

backnext

Intranet